Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

ΟΜΗΡΟΥ ΛΕΞΙΣ "Γουνούμαι σ΄άνασσα"...! του Τίτου Χριστοδούλου


Ομήρου Λέξις: 'Γουνούμαι σ' άνασσα', προσκυνώ, αρχόντισσα. Οδύσσεια ζ 149

Τρεις οι γυναίκες που προκαλούν τον Οδυσσέα, στην κλιμακωτή πορεία του μέσα από τον κόσμο των παραμυθιών, των μυθικών όντων, θεριών και τεράτων, τις ακυρωτικές της ταυτότητάς του προκλήσεις της επιθυμίας και της λήθης, της ανευθυνότητας και του φόβου, στις ραψωδίες ζ έως μ, μέχρι την επιστροφή του στον πραγματικό του κόσμο,στην Ιθάκη. Κατώφλι κι αβελτηρία για την άφιξη στην Ιθάκη η Σχερία, το νησί των Φαιάκων. Όπου, σε αντίστιξη προς τον κόσμο των 'αθεμίστιων', των χωρις πόλη και πολιτισμό βαρβάρων Κυκλώπων, των καταλυτών της υψίστης πολιτικής αρετής της φιλοξενίας, φτάνει στο άλλο άκρο: στον υπερπολιτισμένο, υπερφιλόξενο κι υπεργενναιόδωρο 'γκρίζο', δηλαδή φανταστικά τέλειο, κόσμο των Γκρίζων ανθρώπων: των Φαιάκων. Μετά την μάγισσα Κίρκη και την καλύπτουσα, ακυρωτική της ταυτότητάς του θεά Καλυψώ, τώρα η αθώα, παρθενική νεάνιδα. Η Ναυσικά. Κοινό στοιχείο και των τριών το 'λιλαιομένη πόσιν είναι', η επιθυμία να τον κάνουν άνδρα τους. Ακόμη κι η άβγαλτη παιδούλα, η παρθενική, πριγκηποπούλα Ναυσικά.

Γυμνός, κτυπημένος από τα βράχια και το κύμα, ψημένος στην αρμύρα της άγριας θάλασσας, 'κεκακωμένος άλμη' (137), καλυμμένος - στα επίμαχα - με ένα φουντωτό κλαρί, 'εκ πυκινής ύλης..πτόρθον φύλλων' (128). Θέαμα απειλητικά αναπάντεχο που διώχνει τρομαγμένες ('τρέσσαν άλλυδις' (138), τις θεραπαινίδες και φίλες της Ναυσικάς που με παρέμβαση της Αθηνάς βρίσκει το θάρρος αυτή μόνη να μείνει να μιλήσει με τον ώριμο, σκληρό στην θωριά, ψημμένο αυτόν άνδρα. Ομοιάζει να τις πληςιάζει σαν σίγουρο για την δύναμή του βουνί σιο λοντάρι που πλησιάζει βόδια, ή προβατα στην ορεινή βοσκή ή ελάφια: 'ώς τε λέων ορεσίτροφος αλκί πεποιθώς, / ός τ' είσ' υόμενος και αήμενος, εν δε οι όσσε / δείεται. Αυτάρ ο βουσί μετέρχεται ή οΐεσσιν / ηέ μετ' αγροτέρας ελάφους' (130-4).

Κι ο Οδυσσέας αντιμετωπίζει την μέγιστη εδώ πρόκληση στην 'αμύμονα μήτι' του, να βρει τον με τον πιο τεχνικά σμιλεμένο λόγο, 'επέεσσιν αποσταδά μειλιχίοισιν' (143-4), να παρουσιαστεί στην αριστοκρατική νεαρά ('λίσσοιτο λαβών ευώπιδα κούρην'), καθησυχάζοντάς την πρώτα και πείθοντάς την να τον βοηθήσει. Σε ένα έπος που αντιπαραθέτει κι αντιμετρά το πολιτισμένο 'decorum' ενάντια στην άξεστη, βάρβαρη κι απάνθρωπη ή 'υπάνθρωπη' άρνηση και παραβίασή του, ο Οδυσσέας βρίσκεται στην πιο κοινωνικά αδέξια κατάσταση που θα μπορούσε να βρεθεί. Πρέπει, τώρα, στην αμύμονα μήτι του να βρεί τον τρόπο, όχι να σωθεί κρύβοντας την αλήθειά του πίσω από το δόλιο ψέμμα, όπως τόσο συχνά έκαμνε μέχρι τώρα, αλλά, ακριβώς το αντίθετο. Διαψεύδοντας το φαινόμενο που τον διαψεύδει, να βρει στον λόγο του τον τρόπο, 'αιμυλίοισιν λόγοισιν', να αφήσει να λάμψει η αρχοντική ποιότητά του πίσω από την γυμνή θωριά του δαρμένου ζώου που την κρύβει. Κι ο λόγος του ξεπερνά τις απαιτήσεις των παράδοξων περιστάσεων.

Είναι ένας λόγος που συνιστά, πράγματι, την πιο ευγενική και πολιτισμένη σκηνή στο έπος, αφήνοντας διακριτικά να διαφανούν πίσω από την άγρια όψη του σκληραγωγημένου ήρωα, που τρομάζει τα άβγαλτα κοράσια, οι αρετές της ευγενικής που θέλει να δείξει ταυτότητάς του Οδυσσέα. Στο 'The Art of the Odyssey' (Bristol Classical Paperbacks, 1994), o Howard Clarke τον αναγορεύει ως τον πιο ραφιναρισμένο, εκλεπτυσμένο λόγο σ' ολόκληρη την ελληνική λογοτεχνία' (p. 52). Καλοφτιαγμένος, προσεγμένος στην λεπτομέρεια, χωρίς κακοτοπιές, ειλικρινής, ευγενικός, απόλυτα αποτελεσματικός. Δοκιμασμένο: η γυναίκα πέφτει με το αυτί, όχι το μάτι.

'Γουνούμαι σ' άνασσα', προσκυνώ δέσποινα, είναι η ευγενική, πρώτη προσφώνηση. 'Θεά είσαι ή θνητή;" Κι αν το πρώτο, συνεχίζει, "θεά αν είσαι που ζει στους ουρανούς, η Άρτεμις θα είσαι, η κόρη του Διός που η ομορφιά, η χάρη κι η κορμοστασιά σου παρασταίνουν". Ένας όμορφος τρόπος να εκθειάσει την ομορφιά της Ναυσικάς ταυτίζοντάς την με παρθενική, νεανική κι αθλητική θεά-κόρη κρατώντας, έτσι, την φιλοφρόνηση μακριά από ερωτικές υποδηλώσεις. Η κολακεία, ειδικά στην ομορφιά μιας κοπελλιάς, ποτέ δεν μαρτυρείται να πήγε στράφι. Σε μια επόμενη στροφή, πιο κοντά στον οικείο, προσωπικό της κόσμο, συνεχίζει με κεντρομόλο εστιασμό: "Αλλ' άν, από την άλλη, είσαι μια από τις θνητές που κατοικούν την γη, τότε τυχεροί είναι πράγματι ο πατέρας κι η ευγενική σου μάννα, και τυχερά επίσης, και τα αδέλφια σου".

Ο λόγος εξοικειώνει φιλικά τον ομιλητή μέσα από την αναφορά στα ζεστά, αγαπημένα πρόσωπα του Πατέρα και της Μητέρας, ομήλικά του ίσως, ενώ η αναγνώριση στην προστασία των αδελφών έλκει έναν συνειρμικό καθησυχασμό στους όποιους φόβους της. Με μαεστρία ο Οδυσσέας προχωρεί στην γέφυρα της γλυκειάς σιγουριάς που απλώνουν οι μνείες σε σκηνές της οικογενειακής ζωής: "Πόσο οι καρδιές τους θα φωτίζονται από χαρά όταν βλέπουν την αγαπημένη τους να χορεύει!" Με σίγουρη περπατησιά ο επιδέξιος αγορητής κτίζει οικειότητα στην θαλπωρή της οικογένειας που ανακαλούν οι περιγραφές του.

Κορύφωση ο σαφής υπαινιγμός στην παρθενικότητα της αγάμου νεανίδας, μέσα από την φιλοφρόνηση "Και πιο ευτυχισμένος από όλους o άνδρας που με τα γαμήλια του δώρα θα σε κερδίσει για το σπίτι του" ('εέδνεσσι βρίσας οικόνδ' αγάγηται', (159). Πιο κοντά σε ό,τι η κοπελιά κρατεί πιο πολύτιμο στην καρδιά της δεν μπορεί να έλθει, ενώ ταυτόχρονα ντύνει την τολμηρή αναφορά στο ευγενικό βελούδο της έκφρασης του πιο απόλυτου σεβασμού: "Ποτέ δεν είδα τέτοια ομορφιά, σε άνδρα ή γυναίκα: με 'σέβας' σε θωρώ." ('σέβας μ' έχει εισορόωντα', 161). Αριστουργηματικός, με γέφυρα το 'σέβας' περνά, για να το εντείνει κι επιβεβαιώσει στο ιερό νησί της Δήλου. Εκεί, η φιλοφρόνηση στην ομορφιά της λειαίνεται από τους κινδύνους της στην σύνδεση με τον Ιερό χώρο του Απόλλωνα, αφού ο ομιλητής εμφανίζεται κι ευσεβής, ενώ κερδίζει σε ποιητικότητα με την παρομοίωση της κοριτσίστικης ομορφιάς με φοινικιά', που είχε δει στον χώρο ('φοίνικος νέον έρνος', 163).

Θυμόμαστε το αρχέτυπο της παρομοίωσης της όμορφης γυναίκας με 'φοίνικα' κι από το Άσμα Ασμάτων: "Ομοιώθης τω φοίνικι". Ευλυγισία, λεπτή γραμμή αλλά κι η αγνότητα της διαφυγής στα ύψη του; Η αναφορά στην Δήλο, όπου "είχε βρεθεί με τους άνδρες του", περνούν διακριτικά στην Ναυσικά την εγκωμιαστική γι' αυτόν πληροφορία ότι πρόκειται για κάποιου είδους στρατιωτικό διοικητή, άνδρα με δύναμη και κύρος. Ταυτόχρονα εκκαλούν και την συμπάθειά της, αφού η εκεί εκστρατεία περιγράφεται να είχε κακό τέλος, σχεδόν μοιραίο γι' αυτόν.

Κι όμως, ο σκληρός αυτός στρατηγός, εικόνα που δικαιολογεί φιλοφρονητικά την βασανισμένη θωρηά του πληγιασμένου άνδρα μπροστά της, είναι ένας ευαίσθητος άνδρας που μέσα στην αμάχη μπορεί να κλέψει χρόνο για να θαυμάσει έναν τόσο όμορφο βλαστό. Ένας στρατιώτης με ψυχή. Η παρομοίωση δουλεύει αντίστροφα, αφοπλισμένη κι ακίνδυνη: όπως τώρα, κτυπημένος από τόσες κακουχίες βρίσκει έννοια και τρόπο τό σο 'εΰξοο', καλοπελεκημένο, να θαυμάζει την φοινικιά Ναυσικά που βλέπει! Ο άνδρας αυτός, που τόσο η άγρια μέσα στην αγριάδα μορφή του τις κοπελλιές τρομάζει είναι η ευγενική μορφή που μπορεί να παρουσιάσει στους γονείς της. 'Ανασσα ελέαιρε!' (174). Ο Οδυσσέας ικέτης, επανερχόμενος με σαφέστερο, ουσιαστικό περιεχόμενο στο τυπικότερο αρχικό 'γουνούμαι'. ''Δος δε ράκος αμφιβαλλέσθαι' (178). Ιδού γυμνός ειμί, και ένδυμα ουκ έχω. Το υποδεικνύει. Να εννοήσουμε και το 'τον νυμφώνα σου βλέπω';

Κι η Ναυσικά εκτείνει στον γυμνό κι ανήμπορο, σαν βρέφος μπροστά της άνδρα, την μητρική της προστασία. Αναλαμβάνοντας το πλύσιμο και ντύσιμό του, με μητρική προστατευτικότητα, μέσα στην οποία, ξεγελώντας την αφοπλιστικά, γεννιέται η δική της γυναικεία επιθυμία: το δικό της, τυπικό για τις γυναίκες που παρεμβαίνουν σωστικά - αλλά και με την απειλή της σαγηνευτικής ακύρωσης - στην πορεία επιστροφής του Οδυσσέα, 'λιλαιομένη πόσιν είναι'. Η αιδώς του Οδυσσέα να λου στεί γυμνός μπροστά της, 'αιδέομαι γαρ γυμνούσθαι κούρησιν μετελθών' (221-2), φέρνει τον νού, κι υπαινίσσεται την επιθυμία σ' αυτό που αιδημόνως επιχειρεί να κρύψει, λουόμενος τους ώμους του μόνος του: όφρ' εγώ αυτός / άλμην ώμοιϊν απολούσομαι'. Κι η μεταμόρφωση, με το λουτρό και το λάδι του ήρωα, αναπόφευκτο φέρνει το ερωτικό αποτέλεσμα: το ομολογεί στις φίλες 'αμφιπόλους' η ίδια: 'πρόσθεν μοι αεικέλιος δέατ' είναι / νυν δε θεοίσιν έοικε είναι' (242-3). Στίχος που φέρνει στον νου το επιθαλάμιο της Σαπφούς: 'φαίνεταί μ' ίσος θεοίσιν εκείνος'. Η άβγαλτη, ξαφνια σμένη παιδούλα έχει σε μια συνάντη ση ζή σει τις τρείς της γυναίκας ηλικίες: την παρθενική αθωότητα, την μητρική προ στατευτικότητα, την ερωτική της γυναίκας επιθυμία: 'αί γαρ εμοί τοιό σδε πό σις είναι κεκλημένος είναι!'

Κίρκη, σε άνδρα βλέποντας την μεταμόρφωσή της, Καλυψώ που επιθυμεί, αλλά δίνει και το πλοίο, η 'νήιος' στο όνομα Ναυσικά είναι από τις τρείς, η πιο ανθρώπινη, πιο παρθενική, πιο ιδανική. Η πλησιέστερη, στην πραγματικότητά της, βαθμίδα προς την Πηνελόπη. Μια 'φανταστική' σαν οπτασία κοπέλλα. Από έναν κόσμο, που θα μας γνωρίσει, τόσο τέλειο, σαν εκείνη. Ανάμεσα σε φαντασία και πραγματικότητα, το τελευταίο νησί στις κεντρικές ραψωδίες των 'μυθολογούμενων' από τον Οδυσσέα παραμυθιών' για τις πέρα από το πραγματικό περιπέτειές του, ένας παραμυθένια ο ίδιος τέλειος, γκρίζος κόσμος. Σαν το δυστοπικά τέλειο 'Νησί' του Huxley. Ο των Φαιών, γκρίζων, ανηρωϊκών στην εύκολη ευμάρεια τους ανθρώπων: ο κόσμος των Φαιάκων, η νήσος των μεγάλων κτιρίων και των τραπεζωμάτων, του 'σούβλα και τούβλα' αν πηγαίνει και σ' άλλα, πιο κοντινά νησιά, ο νους σας.. 

Που χρήσιμα, όμως, στην οικονομία της Οδύσσειας, για τον Οδυσσέα, όπως το λέει και το καραβίσιο όνομα των ίδιων των καλεσμένων στο τραπέζωμα του Αλκίνοου Φαιάκων, της ίδιας της Ναυσικάς, είναι ένας κόσμος ναυτικών, ένας κόσμος 'εϋσέλμων' ποντοπόρων. Ο Πρωρεύς, ο Ερετμεύς, η καραβίσια 'Ναυσικά'. Το νησί 'πλοίο' για την Ιθάκη. Που μαρμαρώνει τιμωρητικά στο λιμάνι της Σχερίας ο Ποσειδώνας, μετά το νυκτερινό ταξίδι του κοιμώμενου Οδυσσέα: οι δρόμοι της θάλασσας έχουν κλείσει, πια, για τον Οδυσσέα. Νέα Τροία, πρέπει να ξανακερδίσει την Ιθάκη, την Πηνελόπη.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Ένα ιστολόγιο προβληματισμού και διαλόγου...!!!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...