Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΛΟΓΟΝ ΤΗΣ ΕΘΕΛΟΤΥΦΛΙΑΣ ΣΤΟ ΑΛΟΓΟΝ ΤΗΣ ΑΥΤΑΠΑΤΗΣ. του Τίτου Χριστοδούλου

Γράφει ο Τίτος Χριστοδούλου:

Ή μνημονικός εί; (Αριστοφάνους, Νεφέλαι 483 sq)
Από το εύλογον της εθελοτυφλίας στο άλογον της αυταπάτης

Όχι, δεν ρωτά ο Σωκράτης τον επίδοξο μαθητή του, τον Στρεψιάδη, αν είναι υπέρ ή κατά του μνημονίου (άλλωστε, και οι τότε πολιτικοί θα ζητούσαν «ενότητα» επί του θέματος, δηλαδή να βγάλει ο λαός τον σκασμό.) Ζητεί ο φιλόσοφος να μάθει αν ο φιλότιμος μαθητής έχει μνήμη. Περί χρέους, πάντως, η έξυπνα στρεβλή απάντηση του Στρεψιάδη, «Δύο τρόπω, νη τον Δία. Ήν μεν γ΄ οφείληταί τι μοι, πάνυ, εάν δ’ οφείλω, σχέτλιος, επιλήσμων πάνυ» (Και έχω και δεν έχω, μα τον Δία. Αν μου χρωστούν δεν το ξεχνώ, κι αν χρωστώ εγώ, ο δύστυχος, δεν το θυμάμαι.)


Απάντηση, ωστόσο, που φέρνει επί τάπητος και το «κρίσιμο» (δηλαδή, περί κρίσεων) θέμα της λογικής ή, λογικότητας (rationality) πίσω από την κρίση των πολιτικών μας για το μνημόνιο. Μπορεί κανείς να θελήσει να ξεχάσει; (Μπορεί να «σχεδιασθεί» ένα ατύχημα;) Μπορεί κανείς να (επιλέξει να) πιστέψει σε μια κατάσταση πραγμάτων που προτιμά να ισχύει παρά σε μια άλλη που (θα προτιμούσε) να μην ισχύει, να είναι ψευδής;

Το φιλοσοφικό ερώτημα που προκύπτει (και μας το υπαινίσσεται ο Αριστοφανικός Στρεψιάδης, για να μείνουμε κοντίτερα στο πνεύμα – ή, την απουσία πνεύματος – των πολιτικών μας) είναι η διάκριση ανάμεσα στην εθελοτυφλία και την αυταπάτη. Την εθελουσία ή σκόπιμη επιλογή μας πίστης (ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη επαρκών λόγων γι’ αυτή) και μια πίστη που υιοθετεί κάποιος σε άγνοια (ή αγνόηση) των επαρκών λόγων που την διαψεύδουν, ή ανεπαρκών να την στηρίζουν.

Φιλοσοφώντας δια της παραδοξολογίας, ο Στρεψιάδης μας καλεί να διαγνώσουμε το παράδοξο της εθελοτυφλίας (self-deception), σε αντίθεση προς την αυταπάτη (wishful thinking), αφού η πρώτη (αν είναι καν δυνατή) εμπλέκει την συνειδητή επιλογή όχι μόνο να διατηρούνται δυο αντιφατικές ή ασύμβατες πίστεις αλλά και να υιοθετείται ανοικτά ως επίσημη η μια πίστη ενώ κρύβεται η άλλη (αναιρετική της πρώτης) πίστη.

Τελικά, το εννοήσατε, ήδη, πονηροί, μιλούσε για το μνημόνιο, προφητικά, ο Στρεψιάδης, αφού η εθελοτυφλία πολύ ομοιάζει κάποιον πολιτικό που προαναγγέλλει «ανάπτυξη» μέσα από τα υφεσιακά μέτρα του μνημονίου, ή κάποιον Υπουργό Οικονομικών που διακηρύσσει, με την φωνήν άλλου Στέντορος, ότι «περισσότερο μνημόνιο θα φέρει έξοδο από το μνημόνιο».

Αλλά, αν ποτέ επιτυχής η εθελοτυφλία, τότε, εγείρει δύο ερωτήματα: Πώς μπορεί κανείς σκόπιμα να «ξεχάσει» κάτι που με τον ένα ή το άλλο τρόπο, κάπου, κάπως, πιστεύει, και, πώς μπορεί κανείς να πιστεύει κάτι που, ωστόσο, και ταυτόχρονα, πιστεύει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να το πιστεύει; Θυμηθείτε τον Σαρτρ για την κακή πίστη, «mauvais fois»: γλυστρά κανείς σε αυτήν, έκρινε ο υπαρξιστής φαινομενολόγος φιλόσοφος, όχι σκόπιμα αλλά ασυναίσθητα, όπως στον ύπνο.

Εδώ μπορεί να βοηθήσει κι η διάκριση ανάμεσα στις «αιτίες» (causes) που οδηγούν κάποιον σε μια πίστη και στους «λόγους» (reasons) που την στηρίζουν. Κάποιος μπορεί να οδηγείται, έτσι, σε μια «βάσιμη» πίστη, ανεξάρτητα, όμως, από το αν είναι αυτή βάσιμη ή όχι. Οδηγείται δηλαδή σε αυτήν όχι εξαιτίας των λόγων που την στηρίζουν (ή όχι) με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο μπορεί να υιοθετεί μια πίστη που δεν στηρίζεται σε επαρκείς λόγους (πχ, κύριοι πολιτικοί, για πολιτικούς λόγους, κι όχι για τους λόγους που θα έπρεπε να καθοδηγούν τους πολιτικούς, αυτούς της κοινής λογικής). Εδώ, έχουμε την αυταπάτη (wishful thinking). Στην περίπτωση της εθελοτυφλίας (self-deception), έχουμε κάτι ηθικά πιο διαβλητό: μια καθαρή διάσταση ή δυαδικότητα, πόλωση, ανάμεσα στην «επίσημη» πίστη που υιοθετεί κάποιος, και μια άλλη πίστη που γνωρίζει ότι στοιχειοθετείται πιο επαρκώς από την λογική ή τις εμπειρικές ενδείξεις.

Οι έλλογες πίστεις, αυτές που θα επιθυμούσαμε (οι αφελείς εμείς) να υιοθετούν οι πολιτικοί μας, συνεπάγονται μια πλήρη συμφωνία ανάμεσα στους λόγους για τους οποίους οι πολιτικοί καταλήγουν σε μια πίστη και τους λόγους που την στηρίζουν. Ούτε να καταλήγουν σε μια πίστη για άλλους λόγους (αιτίες) από αυτούς που την στηρίζουν λογικά, ούτε να πρεσβεύουν πίστεις και πολιτικές, διαφορετικές από τις βάσιμες πίστεις, αυτές που στηρίζει η λογική και η εμπειρία.

Eίτε, όμως, αυταπατώμενοι οι πολιτικοί, σαν αυτόματα οδηγούμενοι (caused) να πιστεύουν κάτι ανεξάρτητα ή αντίθετα από τους λόγους (reasons) που θα συνηγορούσαν για το αντίθετo, είτε εθελοτυφλούντες, εθελουσίως δηλαδή αυτοεξαπατώμενοι και σκοπίμως κρύβοντας τους γνωστούς σε αυτούς λόγους, για να διακηρύξουν ασύμβατες με την λογική πολιτικές τους πίστεις, το βέβαιον είναι ότι με το ίδιο πολιτικό ένστικτο της αυτοσυντήρησης – διότι, προοδευτικοί ή συντηρητικοί οι πολιτικοί είναι το ίδιο αυτοσυντηρητικοί - στην ίδια δουλειά κι εξ επαγγέλματος είναι δοσμένοι, να εξαπατούν.

Εάν και τους εαυτούς των, καθ’ υπερβολήν της επιτυχίας των, ποια, πράγματι, διαφορά τούτο κάνει; Ότι κοιμούνται εκείνοι καλύτερα;
Τίτος Χριστοδούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Ένα ιστολόγιο προβληματισμού και διαλόγου...!!!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...