Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

ΕΝΑΣ ΣΩΡΕΙΤΗΣ ΨΗΦΟΙ -ΠΟΣΟ ΜΕΤΡΑ ΜΙΑ ΨΗΦΟΣ ΣΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ; του Τίτου Χριστοδούλου

Γράφει ο Τίτος Χριστοδούλου:

«Πώς μπορούν 53.054.087 άνθρωποι να είναι τόσο ηλίθιοι;». Τον γύρο του κόσμου έκανε το πρωτοσέλιδο της κεντροαριστερής Daily Mirror, με αποτροπιασμό σχολιάζοντας, τότε, το τρόπαιον «αποτρόπαιον» της εκλογικής νίκης του George Bush, στις πρόσφατες αμερικανικές εκλογές για την πλανητική ηγεσία. Αναρωτιόμαστε αν σκόπιμα η εφημερίδα χρησιμοποίησε τον όρο «dumb» αντί του «idiot» για να αποδώσει την βλακεία, ως κρίνει επικρίνουσα, των Αμερικανών ψηφοφόρων που ανέδειξαν και πάλιν τον Τεξανό πρόεδρο ανανεώνοντες παράλληλα και την εντολή για την φαρ γουέστερν εξωτερική πολιτική των κατά πρόληψιν (κι εξάλειψιν) πολέμων ή του «συνεχούς» (κατά το Οργουελιανό 1984) πολέμου. Γιατί, βέβαια, η λέξη «idiot» παραπέμπει στην ελληνική προέλευσή της από το «ιδιώτης», που οι αρχαίοι Αθηναίοι χρησιμοποιούσαν για τον πολίτη που δεν ενδιαφέρεται για τα κοινά και δεν ψηφίζει.
Αν όμως η δια της ψήφου συμμετοχή στα κοινά κάνει την διαφορά ανάμεσα στο «idiot» και εν προκειμένω στο «dumb» ή, συνεκδοχικώς, την «έξυπνη» αντι-Μπουσική ψήφο, πόσο εύστοχο είναι να πιστεύει κανείς ότι η ψήφος αυτή κάνει μια οποιαδήποτε άλλη διαφορά; Ειδικά σε ένα τόσο μεγάλο εκλογικό σώμα των δεκάδων εκατομμυρίων, όπου το εκλογικό αποτέλεσμα αποφασίζουν μερικά εκατομμύρια ψήφων, ποιό πραγματικό κίνητρο συμβολής στην διαμόρφωση των κοινών θα οδηγούσε τον ψηφοφόρο να αφήσει την απράγμονα καρέκλα του λάθε βιώσας και να στηθεί στην ουρά μπροστά στην κάλπη; 
 
Οι φιλοσοφικά ψυλλιασμένοι θα διακρίνουν ήδη στο ερώτημα απόηχους του αρχαιόθεν τεθέντος παραδόξου του «σωρείτη». Αν ένας κόκκος άμμου δεν κάνει ένα σωρό, και ομοίως ένας δεύτερος προστεθείς δεν κάνει την διαφορά ανάμεσα στον σωρό και τον μη σωρό, σε ποιό σημείο της διαδοχικής πρόσθεσης κόκκων γίνεται αυτή η διαφορά και το άθροισμα των κόκκων μεταβάλλεται σε «σωρόν»; Πότε η μία ψήφος κάνει την κρίσιμη μάζα που αποφασίζει το εκλογικό αποτέλεσμα;

Βέβαια, στο θέμα της εκλογικής ψηφοφορίας τα πράγματα είναι περισσότερον πραγματιστικά παρά «αξεδιαλύτως» θεωρητικά όπως στο λογικόν παράδοξον του σωρείτη. Η πλειοψηφία παράγεται και με μίαν μόνη ψήφο. Απλά, ως η πείρα διδάσκει τούτο σπανίως έως ουδέποτε συμβαίνει (και οι σφυγμομετρήσεις προ-υποδεικνύουν ότι δεν θα συμβεί ούτε αυτή τη φορά). Και στις πιο κλειστές ψηφοφορίες όπως στις προηγούμενες προβληματικές Αμερικανικές εκλογές (όπου ούτε καν η αριθμητική πλειοψηφία του Αλ Γκορ του εξασφάλισε την νίκη, και η αρίθμηση έγινε και ξαναέγινε για την διαφεύγουσα «ψήφο της Αθηνάς» της Φλώριδα) ή και στην Κύπρο πριν κάποια χρόνια (ανάμεσα στον κ. Κληρίδη και τον κ. Ιακώβου), η πιο στενή πλειοψηφία συνίσταται σε χιλιάδες ή και εκατοντάδες ψήφων. Συνεπώς, πριν ξεκινήσει για την «μεγάλη μέρα», που «ο λαός αποφασίζει», να ρίψει ο ψηφοφόρος την ψήφο του, μπορεί να αναμένει ότι αυτή θα κάνει την ίδια διαφορά που κάνει ο κόκκος άμμου σε ένα σωρό που μπορεί να σωρευτεί και «ερήμην» του ή που θα έκανε στην νομιμότητα της λαϊκής ετυμηγορίας η απουσία του, ας πούμε εξαιτίας οδικού ατυχήματος καθ’ οδόν προς το εκλογικό κέντρο.

Κι όμως, πάνω από τους μισούς Αμερικανούς, και μάλιστα σε ένα αριθμό 103 εκατομμυρίων που και μόνο με το απόλυτο μέγεθος του συνιστά μια ογκώδη και μαζική λαϊκή ετυμηγορία, αγνόησαν τις σειρήνες της υπνώδους απραξίας πίσω από την λογική του «σωρείτη» ή και την, αρκετά πιο ρεαλιστική, λογική του «τί διαφορά θα κάνει η διαφορά, αφού Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι το ίδιο πράγμα είναι, πόλεμος με τους μεν, πόλεμος με τους δε, πλουτοκρατία με τους μεν, πλουτοκρατία με τους δε» (η επιλογή δηλαδή του «ιδιώτη» που δεν έχει καν προτίμηση για το εκλογικό αποτέλεσμα), και με την ανεβασμένη συμμετοχή τους στις εκλογές έδωσαν περισσότερη (σχετικά) εκκωφαντικότητα στην νίκη του Μπους.

‘Οτι ο πολίτης δίνει μεγαλύτερη αξία στην ψήφο του από ό,τι δικαιολογούν οι μαθηματικές αλήθειες και τα λογικά παράδοξα φαίνεται μάλιστα με τον δικό της, παράδοξο τρόπο, από την λογική της «χαμένης ψήφου». Επειδή ακριβώς αναμένεται ότι ο ψηφοφόρος κρίνει, και θέλει, η ψήφος του να «μετρήσει», να «κάνει την διαφορά», καλείται από τα προπαγανδιστικά επιχειρήματα μεγαλύτερων συνήθως κομμάτων (συνήθως στα κατά βάσιν δικομματικά συστήματα) να ρίψει την ψήφο εκεί που θα θα «πιάσει τόπο» κάνοντας την διαφορά υπέρ του μεγάλου κόμματος που δίνει μάχη «ψήφο με ψήφο» έναντι του ομοίως μεγάλου αντιπάλου του. Την ίδια ώρα όμως, όταν ο πολιτικός κάνει χιλιάδες χειραψίες, μετρά τις χειραψίες με τις χιλιάδες, και αγνοεί το όνομα της κάθε μιάς. Δεν μετρά όμως γι’ αυτον η λογική της «χαμένης χειραψίας»!

Άλλωστε, η αξία κάθε ψήφου μπορεί να μετρηθεί με ακρίβεια. Συγκεκριμένα, με την μέθοδο του «αντιστρόφου λόγου». Αν το εκλογικό σώμα συνίσταται σε 100.000.000 ψήφους, η συμβολή κάθε ψήφου μετράται διαιρώντας την μονάδα δια των 100.000.000 ψήφων, 1/100.000.000. Είναι δηλαδή 0,00000001. Κι αν ακόμα υποθέσουμε ότι, δεδομένου του εκλογικού συστήματος των εκλεκτόρων στις ΗΠΑ στις μεγάλες πολιτείες η ψήφος του ψηφοφόρου μετρά ακόμα και τρεις φορές περισσότερο από την ψήφο του ψηφοφόρου στην μικρή πολιτεία (πχ. στην Καλιφόρνια των 36 εκατομμυρίων με τους 55 εκλέκτορες σε σύγκριση με το όσο και η Κύπρος Γουαϊόμιγκ του μισού εκατομμυρίου με τους 3 εκλέκτορες) κι αν ακόμα σκεφθούμε την διαβόητη Φλώριδα του 2000 όπου 10000 ψήφοι έκαναν την διαφορά (άρα η συμβολή της ψήφου ήταν 0.00001), είναι λογικό να βγεί κανείς να ψηφίσει; Ας υποθέσουμε ότι ο Αμερικανός ψηφοφόρος ανήκει σε εκείνους που ψηφίζουν με την τσέπη τους. 
 
Κι ας υποθέσουμε ότι περιμένει το εκλογικό αποτέλεσμα να του κάνει διαφορά $1 εκατομμυρίου (σε φορολογικές απαλλαγές, επενδύσεις στην κοινωνική πρόνοια, καλύτερες προοπτικές εργοδότησης κλπ). Αν διαιρέσει το αναμενόμενο αυτό κέρδος με την αξία συμβολής της ψήφου του, η διαφορά είναι ένα cent. Κι αν υποθέσουμε ακόμα ότι το ταξίδι στο εκλογικό κέντρο του κόστισε $10 δολλάρια, τότε έχει στοιχηματίσει $10 για ένα cent. Η λογική της απόφασης να ψηφίσει κανείς δεν μπορεί ποτέ να είναι μαθηματική ακόμα κι αν είναι καθαρά ωφελιμιστική. Ή απλά, δεν μπορεί να είναι ποτέ ωφελιμιστική, γιατί η λογική πίσω από κάθε ωφελιμιστική απόφαση, δείχνει την συμμετοχή στις εκλογές σαν μια κενή αποτελέσματος άσκοπη ενέργεια. Κάθησε στην καρέκλα σου και έλπισε να σε ωφελήσουν οι άλλοι, κερδίζοντάς σου ένα λαχνό που ποτέ δεν ξόδεψες να αγοράσεις.

Το συμπέρασμα είναι ότι η απόφαση για συμμετοχή στην εκλογική ψηφοφορία δεν μπορεί ποτέ να είναι ωφελιμιστική, στην λογική του βάρους της ψήφου σε σχέση με τα ωφελήματα που αναμένονται από το εκλογικό αποτέλεσμα. Είναι έκφραση καθήκοντος ενός πολίτη που ζυγίζει το βάρος της πολιτικής του ιδιότητας με την συμμετοχή του στα κοινά.

Δεν κερδίζει ο πολίτης από το βάρος της ψήφου αλλά η ψήφος από το βάρος του πολίτη, την αξία που δίνει εκείνος στην πολιτική του ιδιότητα και την συμμετοχή του στο πολιτικό σύνολο και τις δημοκρατικά ανοικτές διεργασίες του. Την έλλογη απόφασή του να προσδώσει στον εαυτό του την αξία του «πολίτη» σε αντίθεση προς το «ιδιώτης». 
 
Ακόμα και ο «dumb » της Μίρορ είναι ένα πληρέστερο και χρησιμότερο άτομο από τον « idiot -ιδιώτη» ή τον «άτιμο» του νομοθέτου Σόλωνος. Κι όσο για την πολιτική αξία της δημοκρατικής διεργασίας του...«σωρείτη», ήδη ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά του εστιάζει την αξίαν της δημοκρατίας στο ότι οι πολλοί, ως «τέρας πολυκέφαλον», βουλεύονται σοφώτερα του ενός ή των ολίγων. Όσο πιο πολλοί τόσο και πιο σοφά, δημοκρατικό επιχείρημα που επανέλαβε και ο Γάλλος φιλόσοφος του Διαφωτισμού και μαθηματικός Marquis de Condorcet (1745-1794), σημειώνοντας ότι όσο περισσότεροι ψηφίσουν τόσο πιο πιθανή είναι μια σώφρων έκβαση των εκλογών*. Η οποία έτσι χρειάζεται και την δική σας ψήφο όσο αυτή του διπλανού σας (φθάνει να προσέρχεσθε στις εκλογές με την πρόθεση να ψηφίσετε τον καλύτερο, ειδεμή, καλύτερα μείνετε στο σπίτι σας).

Αν όμως επιμένετε να κάνετε την διαφορά με την ψήφο σας στο ποιός θα εκλεγεί, σκεφθείτε ίσως μια έδρα στο Ανώτατο Δικαστήριο. Μιλώντας πάντα για τις Αμερικανικές Εκλογές.

* O Marquis de Condorcet (1745-1794) έμεινε γνωστός μεταξύ άλλων και για το σύστημα ψηφοφορίας με το όνομά του, σύμφωνα με το οποίο το αποτέλεσμα αποφασίζεται κατά σύγκριση προτίησης ανάμεσα σε ζεύγη υποψηφίων έτσι ώστε να επιτρέπεται να δηλωθεί συγκριτικά η αξιολογική προτίμηση των ψηφοφόρων και να μην πνιγεί αυτή στους απόλυτους αριθμούς της μαζικής αρίθμησης, επιτρέπει δηλαδή την έκφραση αξιακής προτίμησης ή απαρέσκειας χωρίς τον φόβο της «χαμένης ψήφου»..

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Ένα ιστολόγιο προβληματισμού και διαλόγου...!!!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...